![]() |
| Έφτασε το Καλοκαίρι, πού μυαλό για διάβασμα! |
...Κάποτε, σ’ ένα χωριό της Πελοποννήσου…
Πρώτες μέρες του Ιουνίου και για εμάς τους πιτσιρικάδες του Δημοτικού σχολείου οι μέρες ήταν περίεργες. Η ζέστη δυνάμωνε, οι μέρες μεγάλωναν μέρα με τη μέρα, τα χορτάρια ολόγυρα είχαν αρχίσει να ξεραίνονται…
Είχαμε διαγωνίσματα – οι τέσσερεις μεγάλες τάξεις του Δημοτικού – κι αυτό κάπως μας χαλούσε τη διάθεση. Όταν κάνει ζέστη, όταν οι μέρες είναι περίφημες και όλα σε καλούν να βγεις έξω και να παίξεις με τους φίλους σου, είναι βαρύ να πρέπει να κλειστείς μέσα και να διαβάσεις. Οι εξετάσεις, όμως…. Δε γίνεται να τις παρακάμψεις.
Και οι γονείς φυσικά να σου το θυμίζουν συνεχώς. «Μάζεψε το μυαλό σου, λίγες μέρες μείνανε» η μόνιμη επωδός. Κι εμείς κοιτάζαμε, μια τους γονείς και μια έξω από το παράθυρο. Τι να κάνουμε;
Με το μυαλό πάντα στο παιχνίδι ανοίγαμε βιβλία και τετράδια κι αρχίζαμε τη μελέτη. Όχι πως κοροϊδεύαμε, κάθε άλλο. Σιγά – σιγά μαζεύαμε το μυαλό μας και διαβάζαμε. Σε τελευταία ανάλυση όλοι θέλαμε να γράψουμε καλά. Πάντα όμως κρατάγαμε λίγη ώρα ελεύθερη, «κάνουμε διάλειμμα», λέγαμε και τρέχαμε έξω απ’ το σπίτι.
Πολλοί οι πειρασμοί. Μπορεί να τρέχαμε γύρω στα χωράφια με τα φιλαράκια μας για τζάνερα ή αχλάδια. Μπορεί να ψάχναμε για τζιτζίκια, αυτούς τους ακούραστους τραγουδιστές του καλοκαιριού που είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους στα δέντρα ολόγυρα – όχι ότι βρίσκαμε και πολλά, η εποχή τους τώρα άρχιζε, ελάχιστα τριγύριζαν στα δέντρα.
Ή μπορεί απλά να το ρίχναμε στο παιχνίδι, ποδόσφαιρο με μια μπάλλα συνήθως πλαστική, συνήθως σκασμένη αλλά ακόμη λειτουργική, ή πόλεμο. Καμιά φορά κρυφτό ή κυνηγητό. Κάποιες φορές παίζαμε και «μήλα», μαζί με τα κορίτσια, που όταν εμείς τα αγόρια παίζαμε μπάλλα αυτά έπαιζαν κάτι άλλο.
Όχι για πολύ ώρα, βέβαια. Όλο και κάποιος γονιός θα ερχόταν και θα μας θύμιζε πως έχουμε διάβασμα. Κι εμείς με βαριά καρδιά γυρίζαμε σπίτι. Δε θα περάσουν οι μέρες; λέγαμε μέσα μας.
Και την άλλη μέρα, πρωί – πρωί στο σχολείο, για να γράψουμε διαγώνισμα. Ο δάσκαλος ή η δασκάλα - το έβλεπες στο πρόσωπό τους - περίμεναν κι αυτοί πως και πως το τέλος της σχολικής χρονιάς, το καλοκαίρι τους είχε κυριεύσει κι αυτούς. Μπορεί με την πρώτη ματιά να φαίνονταν χαλαρή, αν τους πρόσεχες όμως καλύτερα μπορούσες να διακρίνεις τη φούρια τους.
Προσωπικά είχα την τύχη να πέσω σε καλούς δασκάλους. Το άγχος μας το έβλεπαν και μας έδιναν θάρρος. Ακόμα και στα παιδιά που δεν ήταν καλοί μαθητές, που δε διάβαζαν όλη τη χρονιά, ακόμα και αυτά τα ενθάρρυναν. Δεν είχα ακούσει ποτέ καμιά ειρωνεία σε κάποιο παιδί, κανένα "να σε δω τώρα που όλη τη χρονιά τεμπέλιαζες" και τέτοια. Πειραγματάκια για να σπάσει και το άγχος, ναι. Μπηχτές και κακεντρέχειες, όχι.
Μπαίναμε στην αίθουσα. Αγωνία στην αρχή, μετά όταν έρχονταν τα θέματα γράφαμε - ό,τι ήξερε, ό,τι μπορούσε ο καθένας, τέλος πάντων - και γυρίζαμε σπίτι. «Έγραψες;» η κλασσική ερώτηση. Άλλοτε γράφαμε καλά, άλλοτε όχι, αλλά πάντα λέγαμε «έγραψα». Η αλήθεια φαινόταν βέβαια, λίγες μέρες μετά, αλλά προς το παρόν ξεφεύγαμε μ’ αυτό.
Και όσο πλησίαζε η μέρα που θα παίρναμε τα Ενδεικτικά, τα συναισθήματα μέσα μας ξεκαθάριζαν. Όσοι καταλαβαίναμε ότι τα είχαμε πάει καλά, δεν κρατιόμασταν. Να το πάρουμε, να αρχίσουν και επίσημα οι διακοπές μας!
Ακόμα και γι’ αυτούς που μέσα τους καταλάβαιναν πως μπορεί και να είχαν μείνει στην ίδια τάξη, ο φόβος για την τιμωρία από τους γονείς μετριαζόταν από τη σκέψη των διακοπών που άρχιζαν. Κάπου τρεις μήνες χωρίς σχολείο, δεν είναι μικρό πράγμα. Τρεις μήνες παιχνίδι και διασκέδαση. Ο Σεπτέμβριος που θα ξανάρχιζε το σχολείο μας φαινόταν τόσο μακρά λες και δε θα ερχόταν ποτέ. Έπειτα, και η γκρίνια και οι τιμωρίες, η ντροπή, πόσο θα κρατούσαν; θα ακολουθούσαν οι διαρκείς συμβουλές («πρόσεξε φέτος μην ξαναρχίσεις τα ίδια, κάηκες!» και τέτοια).
Και ερχόταν η μέρα, και παίρναμε τα ενδεικτικά. Ο δάσκαλος (ή η δασκάλα) μας δεχόταν με χαμόγελο, μας έλεγε μερικά πράγματα, συμβουλές, επαίνους… Αν πάλι κάποιο παιδί είχε μείνει, ο δάσκαλος κούναγε το κεφάλι του. "Γι' αυτό γκρίνιαζα όλη τη χρονιά" έλεγε, κι ακολουθούσαν συμβουλές και νουθεσίες. Και το κλασσικό "τώρα έγινε, κοίτα του χρόνου να βάλεις μυαλό και να διαβάζεις. Μπορείς, μην ανησυχείς". Μιλούσε και με τη μάνα ή τον πατέρα μας που είχε έλθει μαζί και μας αποχαιρετούσε. «Καλό καλοκαίρι, το Σεπτέμβριο πάλι».
Αν όλα είχαν πάει καλά και οι γονείς ήταν ευχαριστημένοι, ο κόσμος ήταν δικός μας. Αν δεν τα είχαμε πάει καλά – ειδικά αν είχαμε μείνει – τότε, χμμμ… εκεί τα πράγματα δεν ήταν ρόδινα, ειδικά τις πρώτες ώρες ή μέρες. Φωνές, τιμωρίες, απειλές…
Η μπόρα βέβαια μετά τις πρώτες μέρες περνούσε και οι διακοπές άρχιζαν. Ακόμα και οι συχνές υπενθυμίσεις δε μπορούσαν να το αλλάξουν αυτό.
Η πραγματικότητα για όλους εμάς, είτε είχαμε «βγει» είτε είχαμε «μείνει» ήταν μία:
Το καλοκαιράκι, οι διακοπές, ήταν εκεί και μας περίμεναν!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου