23 Δεκεμβρίου 2023

Το πρώτο πραγματικά δικό μου χριστουγεννιάτικο δέντρο

Στολίδια μινιατούρες, χριστουγεννιάτικα δέντρα και φορτηγό
Εκείνη τη χρονιά, το χριστουγεννιάτικο δέντρο το έφερα εγώ στο σπίτι!
 

Το χριστουγεννιάτικο δέντρο που στολίσαμε στο πατρικό μου σπίτι εκείνη τη χρονιά θα το θυμάμαι πάντα, όπως και το γλυκό βλέμμα των γονιών μου.

 

Είχε ένα λευκόγκριζο ουρανό... χιονιά, που λένε, με το αεράκι να έρχεται παγωμένο να σου κόβεται η ανάσα. Δεκέμβριος, μια εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα, που σημαίνει πως ήταν φυσικό να έχει τέτοιο καιρό. 

Είχα διαλέξει από μέρες το κυπαρίσσι που θα έκοβα για χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ένα πλατύ, φουντωτό αγριοκυπάρισσο που έμοιαζε πολύ με έλατο, που η ρίζα του είχε μάλιστα πετάξει και δεύτερο κορμό από το χώμα. Φέτος, είχα δηλώσει, θα το έκοβα εγώ. Δεν ήμουνα πια μικρός, πήγαινα πια στην πέμπτη δημοτικού (εν τάξει, ήμουν ...μεγάλος μικρός...). Όταν το είπα στο σπίτι, ο πατέρας μου χαμογέλασε, η μάνα μου είπε ένα μυστηριώδες "ναι, καλά, θα δούμε...", εγώ όμως το εννοούσα. 

Δεν ήμουν σίγουρος αν οι γονείς μου πολυπίστευαν ότι το εννοούσα, ούτε αν θα με άφηναν. Εγώ όμως το είχα πει, και το έκανα.

Εκείνο το απόγευμα πήρα το τσεκούρι μου και ξεκίνησα για το χωράφι. Δεν ήταν η πρώτη φορά που θα το χρησιμοποιούσα, τα τελευταία δύο χρόνια όποτε μαζεύαμε ελιές το έκανα, με τον πατέρα μου πάντα να κοιτάζει βέβαια. Αυτή τη φορά θα το χρησιμοποιούσα μόνος μου, αλλά τι πείραζε;

Βάδιζα γρήγορα στο δρόμο, μέσα στο παγωμένο αεράκι, χωρίς να είμαι απόλυτα σίγουρος για το τι κάνω. Η ανάσα μου λαχανιασμένη από το γρήγορο βάδισμα, τα πόδια μου τα ένιωθα να κρυώνουν πάνω από τα γόνατα αλλά προχωρούσα. Κι όταν έφτασα στο χωράφι μας - κάπου 150 μέτρα από το σπίτι - αδιαφόρησα για την παγωμένη σταγόνα νερού που έπεσε στο μέτωπό μου. "Γρήγορα..." είπα στον εαυτό μου.

Αδέξια, έδωσα το πρώτο χτύπημα με το τσεκούρι στον κορμό του κυπαρισσιού - σαν να μην ήμουν σίγουρος αν ήταν σωστό αυτό που έκανα. Κοίταξα γύρω μου. Ένας κοκκινολαίμης πετάχτηκε από ένα σκίντο, στάθηκε για μια στιγμή σ' ένα κλαδί μιας ελιάς καμια δεκαριά μέτρα πιο πέρα και αμέσως ξαναχώθηκε σ' έναν άλλο θάμνο, πιο μακριά. Πήρα μια ανάσα και δειλά - δειλά ξανακατέβασα το τσεκούρι μου στον κορμό. "Κι αν με μαλώσει ο πατέρας;" σκέφτηκα. 

Άλλη μια παγωμένη σταγόνα νερού έπεσε στο πρόσωπό μου, κι αμέσως μετά κι άλλη. Πήρα την απόφασή μου. Έπρεπε να τελειώσω γρήγορα, να γυρίσω σπίτι γρήγορα. Τώρα που άρχισε να βρέχει θα με έψαχναν, κι αν αργούσα πολύ θα μου τά 'ψελναν. Όσο για το δέντρο, ε, αφού θα κόβαμε που θα κόβαμε. Αρκεί να πρόσεχα και να έκανα γρήγορα. 

Αποφασιστικά, χτύπησα πάλι με το τσεκούρι μου. Και πάλι, και πάλι. Και πάλι... Οι σταγόνες του νερού έπεφταν παγωμένες πάνω μου - τις καταλάβαινα στο πρόσωπό μου - πολύ πιο συχνά τώρα, όλο και περισσότερες.

Και ξαφνικά, το κυπαρισσάκι έγειρε και μ' ένα τρίξιμο άρχισε να πέφτει. Έδωσα άλλα δύο χτυπήματα στον κορμό κόβοντάς το τελείως, κι αυτό έπεσε στο χώμα. Δυό - τρία κυπαρισσόμηλα κύλησαν πιο κει. Το κοίταξα λαχανιασμένος, χαρούμενος και υπερήφανος για τον εαυτό μου. Τα είχα καταφέρει, και χωρίς να πάθω τίποτε. Άρα... και να με μάλωναν στο σπίτι, είχα να απαντήσω.

Λαχανιασμένος ακόμη, με το κρύο να παγώνει τα μάγουλά μου, την ανάσα μου να αχνίζει, ξαναμμένος από την προσπάθεια κοίταξα ολόγυρα. Και γούρλωσα τα μάτια μου.

Στροβιλίζοντας τεμπέλικα στον αέρα νιφάδες χιονιού έπεφταν απαλά στις ελιές, στα κυπαρίσσια, στο χώμα, πάνω μου. "Χιονίζει" ψέλλισα. "Δεν ήταν βροχή, ήταν χιόνι...". Ένα μεγάλο χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπό μου. "Χιονίζει!" γέλασα.

Άρπαξα το κομμένο κυπαρισσάκι και όρμησα προς το σπίτι. Ποιός νοιαζόταν τώρα για το λαχάνιασμα, ποιός νοιαζόταν αν θα με μάλωναν. Το μόνο που υπήρχε τώρα στο μυαλό μου ήταν το χιόνι. Ήθελα να χορέψω μαζί με τις νιφάδες του, να το γευτώ στο στόμα μου, να το πιάσω. Φανταζόμουν κιόλας ότι τό 'χε στρώσει, ότι έφτιαχνα χιονάνθρωπο, ότι έπαιζα χιονοπόλεμο με τ' άλλα παιδιά....

"Χιονίζει, πατέρα!" φώναξα όταν έφτασα έξω από το σπίτι - ούτε που κατάλαβα πότε. Άνοιξα την πόρτα. "Χιονίζει!" φώναξα, βλέποντας τους γονείς μου να έρχονται προς την πόρτα. "Έκοψα το δέντρο..." πρόσθεσα λίγο δειλά. 

"Μόνος σου; κι αν κοβόσουν;" με κοίταξε αυστηρά η μάνα μου. 

Ο πατέρας μου με κοίταξε σκεπτικός. "Έλα μέσα μην κρυώσεις", μου είπε. 

Μπήκα μέσα χωρίς να είμαι σίγουρος για το τι ακολουθούσε. Ο πατέρας μου με κοίταξε ίσα στα μάτια, μετά κοίταξε το δέντρο, μετά πάλι εμένα. "Μεγάλωσες, αλλά πάντα θέλει προσοχή το τσεκούρι" μου είπε. "Μην το ξεχάσεις ποτέ αυτό". Χαμογέλασε και κοίταξε πάλι το κυπαρίσσι. "Ωραίο δέντρο διάλεξες. Άντε, καλά Χριστούγεννα, γιέ μου! Και του χρόνου να είμαστε καλά!"

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Καλοκαίρι σε χωριό, στα τέλη της δεκαετίας του 1970

Να είσαι παιδί γύρω στα δέκα, να είναι καλοκαίρι και να ζεις σε χωριό - έστω κι αν δεν είναι παραθαλάσσιο - είναι κάτι σαν όνειρο.Ένα όνειρο...