26 Ιουλίου 2024

Καλοκαίρι σε χωριό, στα τέλη της δεκαετίας του 1970

Αιωνόβια ελιά κάτω από τον ήλιο

Να είσαι παιδί γύρω στα δέκα, να είναι καλοκαίρι και να ζεις σε χωριό - έστω κι αν δεν είναι παραθαλάσσιο - είναι κάτι σαν όνειρο.Ένα όνειρο που ακόμα και τώρα το θυμάμαι και ξαναγίνομαι εκείνο το πιτσιρίκι για λίγες στιγμές. 

Ξυπνούσαμε όποτε θέλαμε και η σκέψη μας ήταν στο πως θα περάσουμε τη μέρα μας. Μπορεί να έρχονταν φίλοι μας στο σπίτι μας, μπορεί να πηγαίναμε εμείς στο δικό τους, μπορεί να βγαίναμε απλά στην πλατεία του χωριού ή στο προαύλιο του σχολείου για να συναντήσουμε την παρέα... ή, μπορεί να ήταν η μέρα που θα πηγαίναμε στη θάλασσα (γιατί δεν πηγαίναμε κάθε μέρα). Πάντως είχαμε δεδομένο ότι θα περάσουμε καλά. 

Δεν ήμασταν μόνο τα παιδιά του χωριού. Είχαν έλθει και οι φίλοι μας από την Αθήνα, σχεδόν με το που έκλεισαν τα σχολεία. Με το τραίνο ή με το λεωφορείο (τα ιδιωτικά αυτοκίνητα ήταν πολύ λίγα τότε), τις πιο πολλές φορές μόνο με τη μάνα τους (η οποία μπορεί να μην καθόταν, να άφηνε απλά τα παιδιά στη γιαγιά και τον παππού - και έβλεπες τότε σ' ένα σπίτι να μένουν τρία ή και τέσσερα ξαδέλφια...), οι φίλοι είχαν έλθει και θα έμεναν όλο το καλοκαίρι.

Εμείς που μέναμε μόνιμα στο χωριό πέρα από τη χαρά μας που ξαναβλέπαμε τους φίλους μας είχαμε κι έναν ακόμη λόγο να χαιρόμαστε. Τα φιλαράκια έφερναν μαζί τους καινούρια κόμικς (δυσεύρετα στο χωριό) τα οποία θα περνούσαν λίγο - πολύ από τα χέρια όλων. Αυτή η απόλαυση ήταν για τα μεσημέρια, τότε που οι μεγάλοι έπαιρναν το μεσημεριανό τους υπνάκο κι εμείς - δεν υπήρχε περίπτωση να κοιμηθούμε εμείς, θα έπρεπε να είμαστε ...άρρωστοι - έπρεπε να περάσουμε την ώρα μας ήσυχα, οπότε τα περισσότερα παιχνίδια αποκλείονταν. Οπότε... Μίκυ Μάους, Μπαγκς Μπάννυ, Κράνος, Μπλεκ, Ποπάυ, Κράνος, Μικρός Σερίφης κλπ..

Τα πρωινά δεν ήταν για μπάλλα. Έπιανε ζέστη νωρίς και αναζητούσαμε τη σκιά. Άλλα παιχνίδια ήταν στο φόρτε τους. Αυτοκινητάκια, πόλεμος, βόλοι, μπορεί και επιτραπέζια τις λίγες φορές που κάποιο παιδί τα έφερνε από το σπίτι του. Μαζευόμασταν λοιπόν στις αυλές ή στην πλατεία και παίζαμε εκεί. Κι όταν μετά τις 11 η ζέστη δυνάμωνε, μπαίναμε στα σπίτια για να συνεχίσουμε το παιχνίδι. 

Εκεί ήταν άλλα παιχνίδια που είχαν την τιμητική τους: ποδοσφαιράκι ή κάποιο επιτραπέζιο, στρατιωτάκια, αυτοκινητάκια ή ό,τι άλλο τραβούσε η ψυχή μας. Τα κορίτσια πάλι είχαν τους δικούς τους κύκλους, τα δικά τους παιχνίδια, ασχέτως αν κάποιες φορές το παιχνίδι ήταν κοινό. Συνηθισμένο επίσης ήταν να γεμίζουμε μια λεκάνη ή ένα ταψί με νερό και να ρίχνουμε μέσα κάποια βαρκούλα. Η φαντασία μας ήταν αστείρευτη και ασταμάτητη, όπως το τραγούδι των τζιτζικιών στα δέντρα ολόγυρα.  

Τώρα που θυμήθηκα τα τζιτζίκια, πόσες φορές δεν τα "κυνηγούσαμε", τόσο αυτά όσο και τις χρυσόμυιγες... Όλη η χαρά ήταν στο να καταφέρουμε να τα πιάσουμε, αν και υπήρχαν και περιπτώσεις που κάποιοι ήθελαν να τα δέσουν με μια κλωστή, αυτό όμως ήταν η εξαίρεση. Κάναμε και διαγωνισμούς: εγώ έπιασα πέντε σήμερα, ο Θανάσης εφτά, η Μαρία έξι... 

Να ξαναγυρίσουμε όμως στα μεσημέρια μας. Παιχνίδι λοιπόν στο πάτωμα και στις αυλές, και μετά καθόμασταν να δούμε το "Κάθε Μεσημέρι" στην τηλεόραση. Όχι τόσο επειδή μας ενδιέφερε, άλλο ήταν το μυστικό: στη διάρκεια κάθε εκπομπής οι τηλεθεατές μπορούσαν να επιλέξουν ανάμεσα σε ένα ντοκυμαντέρ, μια κωμωδία (Χονδρός - Λιγνός ή κάτι τέτοιο), ένα επεισόδιο από κινούμενα σχέδια ή κάποιο τραγούδι και να ψηφίσουν ποιο θα προβληθεί στο τέλος της εκπομπής. Σχεδόν πάντα "έβγαινε" η κωμωδία ή τα κινούμενα σχέδια, και αυτό ήταν που περιμέναμε.

Και μετά, ήταν η ώρα των κόμικς. Διαβάζαμε και ξαναδιαβάζαμε τα τεύχη που είχαμε, ή τα "καινούρια", αυτά δηλαδή που είχαμε αγοράσει τις προηγούμενες μέρες που είχαμε πάει στη θάλασσα ή αυτά που μας είχαν δανείσει οι φίλοι μας από την Αθήνα. Και, πόσες φορές δεν σχεδιάσαμε κάποιο απογευματινό παιχνίδι πάνω στις ιστορίες που διαβάζαμε...

Οι γονείς μας βέβαια δεν έχαναν ευκαιρία να μας συμβουλεύουν: "ανοίξτε και κανένα βιβλίο, έφτασε ο Σεπτέμβριος!" ή "όχι όλο Μίκυ Μάους, ανοίξτε και κανένα βιβλίο"... Κι εμείς... ε, εντάξει, που και που τους κάναμε το χατήρι, αλλά η αλήθεια να λέγεται: αραιά και που...

Και, ερχόταν το απόγευμα που η πολλή ζέστη είχε αρχίσει να υποχωρεί. Ήταν η ώρα που κάναμε τις εξορμήσεις μας για αχλάδια ή τζάνερα, τα φρούτα που ήταν τα πιο συνηθισμένα στο χωριό. Και λίγο μετά άρχιζε πάλι το παιχνίδι. Πόλεμος στις αυλές ή ποδόσφαιρο στην πλατεία (το μπάσκετ δεν το ξέραμε τότε). Και δεν έλειπαν τα ατυχήματα με τη μπάλλα: όλο και σε κάποιον περιφραγμένο κήπο θα έπεφτε ή σε κάποια στέγη, και θα ήταν δύσκολο να την ξαναπάρουμε στα χέρια μας. Αν μάλιστα πέφταμε και σε δύστροπο γείτονα (το δύστροπος, εδώ που τα λέμε, είναι σχετικό, κάπου τους είχαμε σπάσει και τα νεύρα...) εκεί ήταν τα δύσκολα.

Τα κορίτσια πάλι έπαιζαν μήλα, κουτσό, κρυφτό... Και πάλι, κάποιες φορές το παιχνίδι ήταν κοινό για αγόρια και κορίτσια. Μπορεί να παίζαμε κι εμείς τα αγόρια μήλα ή να έπαιζαν και τα κορίτσια μαζί μας κρυφτό ή κυνήγι θησαυρού. 

Το παιχνίδι κρατούσε όσο βλέπαμε. Όταν πια σκοτείνιαζε και άναβαν οι λάμπες, καθόμασταν κάπου και χαλαρώναμε. Μπορεί να παίζαμε κάποιο επιτραπέζιο - αν είχαμε γυρίσει σπίτι - ή να διαβάζαμε κόμικς. Ή, να κάναμε σχέδια για την επόμενη μέρα. Αν μάλιστα η επόμενη μέρα ήταν η μέρα που θα πηγαίναμε στη θάλασσα, η χαρά μας δεν κρυβόταν.

Απλά πράγματα. Απλή ζωή, μα τόσο όμορφη...

Που τη νοσταλγούμε πάντα!


Καλοκαίρι σε χωριό, στα τέλη της δεκαετίας του 1970

Να είσαι παιδί γύρω στα δέκα, να είναι καλοκαίρι και να ζεις σε χωριό - έστω κι αν δεν είναι παραθαλάσσιο - είναι κάτι σαν όνειρο.Ένα όνειρο...